Σάββατο, 28 Μαΐου 2016

Κοιμισμένη Ομορφιά









Αφιερωμένο στην Πόλη των πόλεων το παρακάτω ποίημα μου:


Κοιμισμένη Ομορφιά

Πόλη μυριάκριβη αγαπημένη,
Κορώνα στου Βοσπόρου τα νερά,
η κάθε ώρα σου μαρμαρωμένη…
Κοιμισμένη Ομορφιά!!

Από σελήνη κι ήλιο νανουρισμένη…
Ονειρεύεσαι να χαρείς σαν Καλλιπάτειρα..
Στα μάτια σου αστέρια τρεμοφέγγουν άπειρα…
Βασιλοπούλα του Παραμυθιού Μαγεμένη!

Η θλίψη από πάθη περασμένα
στοιχειώνει τείχη απάτητα, κρυμμένα..
Σαγήνη τυλίγει την Πόλη των Κωνσταντίνων
απ το παλιό, απόκοσμο τραγούδι των Σειρήνων!!

Φθάνω στου Κεράτιου την αλυσίδα…
Φοράω πράσινα γυαλιά,
να κρατήσω την ελπίδα,
μη μου ξεριζώσουν την καρδιά!!


Λίτσα - Σπύρος

Τετάρτη, 22 Απριλίου 2015

Χορευτό

Δοκίμιο της
Λίτσας Καποπούλου

Χορευτό! Ανατολικό Πήλιο! Από τις μαγευτικότερες τοποθεσίες του Νομού Μαγνησίας! Ζούσαμε τότε στον Βόλο, όπου ο πατέρας είχε μετατεθεί, ως δημόσιος υπάλληλος. Καλοκαίρι 1973. Αποχαιρετούσα τα δεκαέξι και έμπαινα στην τελική ευθεία για τις εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο. Τι το καλύτερο από μία βόλτα στη θάλασσα, ειδικά όταν οι θερμοκρασίες του άγχους και της νιότης έπαιρναν την ανιούσα. Η παρέα μας αποτελείτο από τους γονείς μου, τον μικρότερο αδελφό μου, εμένα και από φιλική μας οικογένεια με δύο παιδιά περίπου συνομήλικά μας.

Η θάλασσα σε καταπληκτικούς χρωματισμούς. Καθαρή με απαλούς κυματισμούς. Πραγματική απόλαυση. Κολύμπι ήξερα καλό από μικρή. Μου άρεσε να απομακρύνομαι στα βαθειά και ν’ ακούω την προειδοποιητική φωνή της μητέρας μου να με καλεί να βγω έξω. Ένοιωθα δυνατή, ένα είδος θεότητας ανάμεσα σε θάλασσα και ουρανό. Δεν φοβόμουν, ή δεν είχα επίγνωση του φόβου. Αναρωτιόμουν, που βρίσκονταν τα παλάτια του Ποσειδώνα και η φαντασία μου έπλαθε το άρμα του να τρέχει ανάμεσα στην επιφάνεια και τον θαλάσσιο βυθό. Ιδιαίτερη αδυναμία είχα στα κύματα. Με γοήτευαν. Αισθανόμουν υπέροχα να τα αφήνω να με λικνίζουν ρυθμικά. Μετά το μπάνιο παίξαμε στην αμμουδιά βόλεϊ. Συχνά η μπάλα βουτούσε στη θάλασσα και κάθε φορά κάποιος από μας έμπαινε και την έφερνε.
Σε μια τέτοια φάση κι ενώ μπήκα να φέρω την μπάλα, βαρέθηκα να συνεχίσω να παίζω. Έτσι τους πέταξα τη μπάλα κι έμεινα να κοιτάζω τα κύματα που έκαναν μια κάτασπρη δαντέλλα με τους αφρούς τους. Δεν είχα βγάλει ούτε το λαστιχένιο πράσινο φωσφοριζέ σκουφάκι, που φορούσα στο μπάνιο. Σκεφτόμουν να ξανακολυμπήσω. Το νερό ήταν κάτω από το γόνατο, αλλά με τα κύματα ανέβαινε. Λίγο πιο μέσα βάθαινε απότομα. Χάζευα αμέριμνη το θέαμα. 

Συλλογιζόμουν ότι δίκαια το είπαν Χορευτό, γιατί κατά τους ντόπιους πάντα τα κύματα χορεύουν εκεί. Ξαφνικά με χτύπησε ένα δυνατό κύμα, ένα άλλο κλόνισε την ισορροπία μου. Γέλασα. Για κοίτα δύναμη που έχουν εδώ στην ακροθαλασσιά! Δεν ολοκλήρωσα τη σκέψη μου. Ένα άλλο δυνατότερο κύμα μ’ έριξε κάτω. Πλατς! έκανα πέφτοντας στα νερά και στα ψιλά-ανεπαίσθητα χαλικάκια. Ε, και τι έγινε; Είναι τόσο αβαθή. Ανακάθισα. Εξακολουθούσα να γελάω. Ώσπου ένα δυνατό κύμα με σκέπασε. Προσπάθησα να αντιδράσω. Μπουκωμένη νερά πρόφερα ένα «βοήθεια», που ούτε εγώ δεν το άκουσα. Οι κινήσεις μου ήταν σπασμωδικές, παιδαριώδεις. Δεν τα κατάφερνα. Τα κύματα ήταν δυνατά με αιχμαλώτιζαν σ’ αυτό το μικρό βάθος και αποφάσιζαν για την τύχη μου. Ο μεσημεριάτικος ήλιος δεν έκαιγε πια, γιατί ανάμεσά μας μπήκε το υδάτινο πέπλο. Η κάτω όψη της επιφάνειας του νερού δεν ήταν λαμπερή, είχε ανατριχιαστική θαμπάδα. Σαν την ανάποδη όψη ταφταδένιου υφάσματος. Οι χαρούμενες φωνές ακούγονταν υπόκωφα μακρινές! Το αίσθημα του φόβου άρχισε να με παγώνει! Κανείς δεν θ’ αντιλαμβανόταν το παραμικρό! Σίγουρα θα νόμιζαν ότι κάνω παιχνίδια με το νερό. Ο φόβος εξαπλώθηκε σε όλη μου την ύπαρξη, καθώς ήμουν εντελώς ανίσχυρη. Ήταν δυνατόν να συμβαίνει κάτι τέτοιο; Θα πνιγώ εδώ στα ρηχά; Μέχρι εδώ ήταν η ζωή μου; Μέχρι τα δεκαέξι; Και ο χορός με τα κύματα συνεχιζόταν. Η ορμή τους ήταν τόση, που έχωσαν το πάνω μέρος του κεφαλιού μου στην άμμο. Ένοιωθα τους αμμώδεις κόκκους και τα ψιλά χαλικάκια να εισχωρούν ανεμπόδιστα από το σκουφάκι μου και να ανακατεύονται με τα μαλλιά μου, ενώ αρκετά τα αισθανόμουν και στο πρόσωπό μου. Σαν να μου επεσήμαιναν τι με περιμένει. Θα πνιγώ, τελείωσαν όλα, σκεφτόμουν. Ο αδελφικός σύμβουλος του φόβου, ο πανικός είχε κάνει την εμφάνισή του και τον συντρόφευε καλά. Με είχαν καταβάλλει.
«Τι θα γράψουν οι εφημερίδες; Δεινή κολυμβήτρια πνίγηκε στα ρηχά. Δεν είναι αστείο;». Πάθαινα αυτό ακριβώς , που διερωτόμουν, πως είναι δυνατόν να συμβαίνει, όταν μάθαινα ότι πνίγονταν άτομα, που ήξεραν καλό κολύμπι, θεωρώντας βέβαια ότι σε μένα δεν θα μπορούσε να συμβεί αυτό. Τις παροιμίες «μη λες μεγάλη κουβέντα» και «ποτέ μη λες ποτέ» τώρα τις καταλάβαινα με οδυνηρό τρόπο. Το ταγκό με την ασίγαστη φόρα των αφρισμένων κυμάτων σε λίγο θα σταματούσε. Γιατί δεν θα υπήρχαν δύο. Ο φόβος είχε ισοπεδώσει τα πάντα. Δεν μπορούσα να παίρνω αναπνοές, κατάπινα νερό, βάραινα και ένοιωθα, πως γίνομαι ένα με τον πυθμένα. Οι καθημερινές μικροχαρές της ζωής φάνταζαν μακρινές. Παραδινόμουν στην τύχη μου. Δεν θυμάμαι, αν σκέφτηκα προσευχές. Δεν θυμάμαι, αν έκανα κάποια τελευταία κίνηση, που επέβαλε το πανίσχυρο ένστικτο της αυτοσυντήρησης.Πάντως ξαφνικά, άγνωστο πως, μισοπετάχτηκα στην επιφάνεια και ύστερα πάλι μέσα. Αυτή η μικρή αν και πρόσκαιρη ώθηση προς την επιφάνεια ήταν αρκετή για μένα. Μούδωσε την ευκαιρία να μισοαναπνεύσω να μαζέψω λίγες δυνάμεις, και να απεμπλακώ από την μαγνητική υδάτινη αγκαλιά. Το σκουφάκι μου είχε σχεδόν βγει από το κεφάλι μου, ενώ στα ολόβρεχτα μαλλιά μου και στο πρόσωπό αισθανόμουν χαλικάκια και άμμο. Το σκουφάκι μου! Ίσως αυτό να αποτέλεσε τη σωτηρία μου, καθώς η πλαστική σύνθεσή του ήταν αντίρροπη δύναμη και εμπόδιο στην ολοκληρωτική εξαφάνισή μου κάτω από το νερό και στο παραπέρα χώσιμο του κεφαλιού μου στην άμμο. Πάτησα στα πόδια μου τρέμοντας. Ο πατέρας μου ερχόταν προς το μέρος μου μάλλον για να μου πει ότι αρκετά κράτησαν οι δεξιοτεχνικές μου κινήσεις με τα κύματα και ότι ήταν ώρα να πηγαίνουμε.
Όπως το φοβόμουν. Νόμιζαν ότι παίζω με τη θάλασσα, που γνώριζαν, πόσο την αγαπούσα! Έμεινα αποσβολωμένη. Οι άλλοι ετοίμαζαν τα πράγματα της επιστροφής. Κανείς δεν είχε αντιληφθεί την τραγωδία, που παραλίγο να παιχτεί μπροστά τους. Κάτω από τον ίσκιο του βουνού των Κενταύρων. Δεν φάνηκε κανείς από τους σοφούς Κένταυρους ή τους παντοδύναμους ήρωες της Ελληνικής Μυθολογίας, που μαθήτευαν κοντά τους να με σώσει. Κι όμως ήταν ινδάλματά μου! Αλήθεια από πού περίμενα βοήθεια, σωτηρία με αυτά τα δεδομένα; Ο φόβος άρχισε σιγά – σιγά να δίνει τη θέση του στο παράπονο. Έβαλα τα κλάματα.
«Θα πνιγόμουν, κόντεψα να πνιγώ κι εσείς χαμπάρι!».«Ποιος; Εσύ;»

Με κοίταζαν περίεργα, δύσπιστα. Μάλλον δεν πείστηκαν για τον κίνδυνο, που αντιμετώπισα, αν έκρινα από το μειδίαμά τους και το ύφος τους. Ήμουν ένα παιδί, που έλεγε την αλήθεια και ήθελε να το πιστέψουν. Ένα παιδί, που είχε την αξίωση από τους δικούς του τουλάχιστον να καταλαβαίνουν τι του συνέβαινε, όσο δύσκολο κι αν ήταν αυτό, έστω κι αν απαιτούσε καμιά φορά και μαντικές ικανότητες. Τελικά ό,τι δεν κατάφεραν τα λόγια μου, το κατάφερε η χλομάδα του φόβου και η τρεμούλα του πανικού, που δεν με είχαν εγκαταλείψει.
«Τι έχεις παιδί μου; Πως είσαι έτσι;» ρώτησε έκδηλα ανήσυχη η μητέρα μου, βλέποντάς με να σωριάζομαι έξω από τη θάλασσα στην ψιλή άμμο.
Τους διηγήθηκα, όσο μπορούσα, την περιπέτειά μου.
«Απίστευτο, δεν είναι δυνατόν» έλεγαν όλοι.

Συνήλθα κάπως, όταν επί τέλους άκουσα τα φιλόστοργα λόγια αγάπης και συμπαράστασης από την οικογένειά μου και τους φίλους μας.
«Ξέρεις γιατί το λένε Χορευτό;» με ρώτησε, δεν θυμάμαι ποιός από την παρέα μας. «Ξέρω», απάντησα σοβαρά.Τώρα ήξερα μετά λόγου γνώσεως, γιατί το ονόμασαν έτσι. Κοίταξα προς τη θάλασσα με υπολείμματα φόβου. Τα αφρισμένα κύματα συνέχιζαν τον ρυθμικό χορό τους. Αλλά τώρα χωρίς εμένα. Μια μικρή πράσινη φωσφοριζέ κουκίδα πηγαινοερχόταν μαζί τους. Κι εκεί που έλεγες ότι θα την αφήσουν στην ακρογιαλιά την ξανάπαιρναν, την χόρευαν κανονικά. «Το σκουφάκι μου!» έδειξα προς το σημείο της λικνιζόμενης πράσινης κουκίδας κι ο φόβος με συνεπήρε. Ακόμη και τώρα το Χορευτό κρατούσε κάτι από το χορό μας με τα κύματά του. Κάτι από μένα. Ο αδελφός μου σε λίγο μου το έφερε. Μέχρι να το βγάλει, ο φόβος με είχε κάνει να τον παρακολουθώ έντρομη, παρόλο, που μόλις τα πόδια του έβρεξε, για να το βγάλει. Το κράτησα σαν κάτι πολύτιμο. Το φύλαξα για πολλά χρόνια, μέχρι που το πέρασμα του χρόνου το αλλοίωσε.

Δεν ξαναεπισκέφθηκα το Χορευτό. Από τότε περιόρισα και τη διάρκεια του θαλασσινού μου μπάνιου. Από τότε, μπαίνω στη θάλασσα και στέκομαι όταν το νερό είναι κάτω από το γόνατο. Κοιτάζω το υγρό στοιχείο και μέχρι σήμερα το ρωτάω «γιατί;», ενώ μία αίσθηση φόβου και κινδύνου φωλιάζει μέσα μου. Ο νους ξεφεύγει, πλανάται πίσω σε χρόνο και τόπο. Θυμίζει και διδάσκει. Το Χορευτό είναι πάντα Χορευτό. Στη μνήμη και την καρδιά μου.

Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2014

Ο Θεός κι η Ιστορία σταμάτησαν στο Γκέλβερι

Λίτσα Καποπούλου


Ένα βιβλίο ορόσημο στα πνευματικά δρώμενα παρουσιάστηκε στην κατάμεστη αίθουσα της Παλαιάς Βουλής την Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2014, το απόγευμα, σε μία προσπάθεια ιστορικής ανάτασης και ελπίδας στο ζοφερό σήμερα. 
«Οι Κοινότητες των Καππαδοκών Γκέλβερι-Νέα Καρβάλη Στιγμές της Ιστορίας 1500 μ.Χ. - 1925 μ.Χ.»: ο τίτλος του παρουσιαζόμενου βιβλίου, που κερδίζει όποιον το κρατά στα χέρια του μόνο με την ανάγνωση των λέξεων του προσεγμένου εξώφυλλου. Συγγραφείς οι: Καπλάνης Ιωσηφίδης, Πρόεδρος του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών και Στέγης Πολιτισμού Νέας Καρβάλης και Ορχάν Οζντίλ, Αρχειολόγος. Το εκπληκτικό αποτέλεσμα της αγαστής συνεργασίας ενός Έλληνα και ενός Τούρκου, καταξιωμένων στο χώρο τους, περικλείεται στο παρουσιαζόμενο πόνημα φωτίζοντας αθέατες πτυχές ιστορικής πραγματικότητας. Για τον δικό μας Καπλάνη Ιωσηφίδη αισθανόμαστε ακόμη μια φορά περηφάνια, που ακούραστος αγωνίζεται να μας προσφέρει μνήμες και άρωμα Καππαδοκίας. Ο Ορχάν Οζντίλ του απονέμει τα εύσημα για την επίπονη και πολύχρονη συλλογή του αρχειακού υλικού και ευχαριστεί τους Νεοκαρβαλιώτες, που του έδειξαν αγάπη, ζεστασιά, εμπιστοσύνη. Διαπιστώνουμε πως η ειλικρινής ελληνοτουρκική συνεργασία κάνει θαύματα! Λαμπερό παράδειγμα προς μίμηση! Το μόνο που έχουμε να τους εκφράσουμε είναι το εύγε και η ευγνωμοσύνη μας για το ιερό κληροδότημα, που μας παραδίδουν. Και από την Πολιτεία να ζητήσουμε να σκύψει στοργικά πάνω σε τέτοιο αγώνα και να σταθμεύσει στο Κέντρο Καππαδοκικών Μελετών‘Ναζιανζός’ και τη Στέγη Πολιτισμού Νέας Καρβάλης, που είναι η μεταλαμπάδευση της Καππαδοκικής Καρβάλης, του Γκέλβερι.

Την εκδήλωση τίμησαν με την παρουσία τους ο Σεβασμιώτατος Επίσκοπος Ναζιανζού, Θεοδώρητος, ο Αρχιμανδρίτης της Μητρόπολης Ελευσίνας, Γερμανός, εκπρόσωποι του Ελληνικού Κοινοβουλίου, άνθρωποι Γραμμάτων και Τεχνών. Μεταξύ άλλων διακρίναμε τον γνωστό σκηνοθέτη Τάσο Μπιρσίμ, τον Πρόεδρο του Δικτύου ‘Μικρασιάτης’ Δημήτρη Παντέλα, τον Πρόεδρο του‘Συνδέσμου Φίλων Οικουμενικού Πατριαρχείου’, Ιωακείμ Παπαδόπουλο με την σύζυγό του Χριστίνα Γαλανοπούλου, Φοροτεχνικό, τον παλαίμαχο
ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού, Σάββα Παπάζογλου, τον εκπρόσωπο τύπου, Θοδωρή Μπαλόπουλο και μέλη του Δ.Σ., την πρέσβη – συγγραφέα, Μαριάννα Τσαντίλη, τις Δικαστικές Λειτουργούς του Πταισματοδικείου Αθηνών, Δήμητρα Μανιατοπούλου και Δήμητρα Αναστασοπούλου, την Βιολόγο-Δρα Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Βασιλική Ιωαννίδου, τους Καθηγητές Γιάννη Παναγιωτάκη, Φιλόλογο, Κώστα Έγγελη, Μαθηματικό, Λαμπρινή Μιχαλοπούλου, Βιολόγο, την βραβευμένη Πρόεδρο του Συνδέσμου Γυναικών Θεσσαλονίκης Μακεδονίας εν Αθήναις, Καίτη Καψή-Γάκη, την ποιήτρια και βιβλιοθηκονόμο της Εστίας Νέας Σμύρνης, Ευαγγελία Τσώλη και αντιπροσώπους πλήθους σωματείων της Ανατολής.


Η αυλαία άνοιξε με ένα παραδοσιακό τραγούδι, που τραγούδησε εξαιρετικά ο Καπλάνης Ιωσηφίδης, ρίχνοντας το φράγμα, που συγκρατούσε το χείμαρρο των συναισθημάτων μας. Τη σκυτάλη παρέλαβε η Σοφία Ιωσηφίδου, αντάξια κόρη του Καπλάνη, τελειόφοιτη του Τμήματος εσωτερικής Αρχιτεκτονικής, Διακόσμησης και Σχεδιασμού αντικειμένων Τ.Ε.Ι. Αθηνών, που με την πανέμορφη εμφάνισή της συντόνιζε την εκδήλωση. Απήγγειλε παραστατικά ποιήματα, ύμνους στο Γκέλβερι και στον Γολγοθά των κατοίκων του, καθηλώνοντας τους εκλεκτούς προσκεκλημένους. Χαιρετισμό και ευλογία απηύθυνε ο Επίσκοπος Ναζιανζού, ενώ χαιρετισμό και ευχαριστίες για το έργο του Καπλάνη Ιωσηφίδη και την προσφορά της Καππαδοκικής Κοινότητας εξέφρασαν ο Χρήστος Γεωργατζόγλου, Εφοπλιστής και ο Γιώργος Ουρούμπεης, Δικηγόρος, μέλη του Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών, ευεργέτες και χορηγοί της κατασκευής του παγκοσμίου μνημείου ‘Ο Θησαυρός των Καππαδοκών’ στη Νέα Καρβάλη. Στη συνέχεια μίλησε ο Βασίλης Δαφνοπατίδης, Αρχαιολόγος – Μελετητής καραμανλίδικων, που ανέπτυξε άρτια την υφή και την σημασία ης ευρηματικής καραμανλίδικης διαλέκτου. Ακολούθησε η κεντρική ομιλία από τη Λίτσα Καποπούλου τ. Δικαστική Λειτουργός – Συγγραφέας, μέλος της Διοίκησης του Κέντρου
Καππαδοκικών Μελετών, που σε φορτισμένο συγκινησιακό κλίμα παρουσίασε το βιβλίο.

Η συγκλονιστική γραφίδα του Καπλάνη Ιωσηφίδη στον πρόλογο αποδίδει δωρικά την πεμπτουσία της Ελληνικής Τραγωδίας της Ανατολής: «…Το ‘Εξελαυνόμεθα Καρβάλης ανοσιότατα…’ του Γρηγορίου Θεολόγου (επιστολή στον Αυτοκράτορα Ουαλεντιανό το 374-375μ.Χ.), θαρρείς προφητικό τότε, επικαιροποιήθηκε… Το ειδεχθές, μακραίωνο και υπομονετικά εκτελεσμένο σχέδιο των μεγάλων δυνάμεων της Δύσης, ο εκριζωμός δηλαδή των γηγενών Ορθοδόξων Ρωμιών από τον Πόντο, την Ιωνία, τη Θράκη, από όλη την Ανατολή… κατάφερε να επιφέρει το πλέον αποτελεσματικό χτύπημα για την οριστική διάλυση της σποδού του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους». Στις σελίδες του βιβλίου ξεδιπλώνεται το ήθος, η ηθική, το υψηλό επίπεδο πολιτισμού και κουλτούρας, οι αρετές και οι Αξίες των Καρβαλιωτών. Το μαρτυρούν οι σκηνές της ειρηνικής καθημερινότητάς τους, τα σχολεία τους, οι συναλλαγές τους, η αρμονική συνύπαρξη με Τούρκους Μουσουλμάνους, η νομική τους αντίληψη αποτυπωμένη σε συμβόλαια, αποδείξεις, συμφωνητικά. Μαθήματα αλληλεγγύης, ανθρωπιάς, αλλά και πολιτικής οικονομίας, πνευματικής ωριμότητας και ψυχικής καλλιέργειας. Αξιοπρόσεκτος ο εσωτερικός δανεισμός με την κοπή σειράς τριών χάλκινων νομισμάτων εσωτερικής διακίνησης για την αναστήλωση της εκκλησίας του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου! Τα ψυχικά αποθέματα δεν εγκαταλείπουν τους Γκελβεριώτες τον δίσεκτο χρόνο του 1924, όταν παίρνει σάρκα και οστά η ανήκουστη Ανταλλαγή πληθυσμών! Αναίτια και αναιτιολόγητα, χωρίς να ερωτηθούν οι ενδιαφερόμενοι… Καταδικαστική απόφαση ερήμην! Η Ασιατική Ελλάδα ‘έπρεπε’ να συρρικνωθεί στην Ευρωπαϊκή! Στο πρακτικό της Δημογεροντίας και του Δημ. Συμβουλίου Γκέλβερι μαζεύτηκαν χρήματα και μοιράστηκαν δίκαια στους ανταλλάξιμους, που δεν είχαν να πληρώσουν εισιτήρια για τη Μεγάλη Έξοδο… Στις προετοιμασίες της Ανταλλαγής επαγγελματικές συντεχνίες αγγειοπλαστών και γεωργών όπως και οι εκκλησίες κλείνουν τα βιβλία, να μην αφήσουν εκκρεμότητες… για ποιούς;;; Για όσους θα παρέμεναν; Για όσους θα τους διαδέχονταν; Πρώτα απ’ όλα για τους εαυτούς τους, για την υπεράσπιση των Αρχών τους. Η συνέπεια και η δικαιοσύνη σε δύσκολες ώρες… μέχρι τέλους! Μαζί τους πήραν ελάχιστα υπάρχοντα. Όμως σήκωσαν στα έντιμα χέρια τους τα όσια και τα ιερά τους! Προγονικά κειμήλια, αγιασμένα σκηνώματα, Θαυματουργές Εικόνες, εκκλησιαστικά σκεύη. Όσα πρόσταζε η συνείδησή τους! Όσα άντεχε ο ηρωισμός τους! Φεύγουν αναγκαστικά… Αφήνουν την πατρίδα… Προχωρούν καταπνίγοντας την οδύνη…

Ο Θεός κι η Ιστορία σταμάτησαν στο Γκέλβερι… Ο Θεός άκουσε την ικέτιδα φωνή του πολιούχου του, Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου για το δράμα των συμπατριωτών του. Άπλωσε το σπλαχνικό χέρι Του και σκούπισε τον ιδρώτα τους. Φύσηξε στο πρόσωπό τους τη ζωογόνα πνοή Του και στέγνωσε τα δάκρυά τους. Έσκυψε στο σπαραγμό τους. Με το θείο άγγιγμά Του στις ψυχές τους δυνάμωσε την πίστη στο αύριο. Περιέφερε το βλέμμα Του στο αγαπημένο τοπίο και το μαρμάρωσε. Υπόσχεση, συγχώρεση, ελπίδα. Παρηγορήθηκε ο Μέγας Ιεράρχης Γρηγόριος. Δεν θα εγκατέλειπε το Γκέλβερι. Όμως θα κατοικούσε μαζί με τους συντοπίτες του και στη Νέα Καρβάλη, όπου δημιούργησαν προς τιμή Του νέο περικαλλή ναό, αντίγραφο του καππαδοκικού. Οι Καρβαλιώτες και όσοι αγαπούν την Καρβάλη είναι υπό τη σκέπη Του. Η Ιστορία έγραψε για το Γκέλβερι σελίδες με χρυσά γράμματα, αλλά τις έκρυψε στα μύχια της καρδιάς της. Γιατί εκεί είναι η θέση του υψηλού και του ωραίου.

Η συνέχεια του Γκέλβερι στη Νέα Καρβάλη Καβάλας, που χτίστηκε στην πεδιάδα του τσιφλικιού Τσιρπιντί, την παραχώρηση του οποίου υπέγραψαν για τους πρόσφυγες της Ανατολής τα παιδιά του ευεργέτη, Ι. Σισμάνογλου, Κωνσταντίνος και Αναστάσιος. Στο έμβλημα της φιλεκπαιδευτικής Αδελφότητος ‘Ναζιανζός’ του Γκέλβερι αναγράφεται το ομηρικό «Αιέν αριστεύειν…» που δίδασκε τους Καππαδόκες Καρβαλιώτες και θάταν ευτύχημα να το ενστερνιζόμαστε κι εμείς σήμερα.

Θα αποτελούσε παράλειψη, αν δεν αναφερόμαστε σε μία διακριτική ύπαρξη, που με την ομορφιά και τη χάρη της στηρίζει τον αγώνα του επί 35 χρόνια αγωνιζόμενου Καπλάνη Ιωσηφίδη. Πρόκειται για τη σύζυγό του, Βάσω Ιωσηφίδου, που είναι η ασφαλέστερη δικαίωση, ότι πίσω από κάθε σπουδαίο άντρα βρίσκεται μία σπουδαία γυναίκα!

Έτσι ανάγλυφα ψηλαφιέται η ανώτερη νοοτροπία και ο πολιτισμός του έμψυχου υλικού, λαϊκών και κληρικών των Καππαδοκικών Κοινοτήτων. Ζούμε μαζί τους, περπατάμε τα Άγια Χώματα της Καρβάλης της Καππαδοκίας και εν συνεχεία βρισκόμαστε ονειρικά στη διάδοχό της, τη Νέα Καρβάλη Καβάλας. Μεταφερόμαστε στη μαγεία του παραμυθιού και στην καθαρότητα της αλήθειας. Αντιλαμβανόμαστε το μυστήριο του Γκέλβερι, όπου στάθηκαν ο Θεός κι η Ιστορία! Καλοτάξιδο το αριστουργηματικό αυτό πόνημα, που επικεντρώνεται στο Γκέλβερι και πετυχημένη συνέχεια για άλλες Καππαδοκικές Κοινότητες…

Η εκδήλωση φθάνει στο τέλος της. Ο Καπλάνης Ιωσηφίδης εκ μέρους όλων των συντελεστών ευχαριστεί το ευγενές ακροατήριο, που χειροκροτεί θερμά. Σηκώνεται χειροκροτώντας και αναστενάζει: «Ωχ, Παναγία μου…»! Πόσοι αγώνες, αγωνία και οδύνη πέρασαν σε λίγες ώρες μπροστά στα μάτια του! Αφόρητα νοσταλγική ατμόσφαιρα. Στρέφει το βλέμμα του ανατολικά. Το μοναδικό ‘ Έπος της Καρβάλης ‘του Καπλάνη Ιωσηφίδη ψιθυρίζει για επίλογο:

«…Κερεμεϊλέ Ιησού Χριστέ, Άγιε μου, Παναγιά μου,
Αγγέλου δώστε μου φτερά, του Φρίξου το κριάρι.
Σηκώστε με σ’ ένα σύννεφο, στείλτε με, με τ’ αγέρι.
Στείλτε με στην Ανατολή, βιαστείτε να προφτάσω.
Ανατολή είν’ από κει. Είναι η Καππαδοκία.
Μην περιμένετε να ντυθώ, ορθός να περπατήσω,
Με την ψυχή, με την καρδιά τη γη μου θα πατήσω…»

Ο Θεός κι η Ιστορία σταμάτησαν στο Γκέλβερι… 



Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

Άλωση - λέξη αποφράς…

Λίτσα Καποπούλου
hagia SophiaΆλωση: λέξη αποφράς με καταστροφική σημασία, που ξυπνά θλιβερά συναισθήματα και πόνο. 

Ετυμολογικά σημαίνει την ολοκληρωτική κυρίευση, πτώση ενός τόπου, κάστρου, πόλης με βίαια μέσα, εκπόρθηση, κατάληψη, κατάκτηση. Παράγεται από το αρχαίο ελληνικό ρήμα αλίσκομαι = κυριεύομαι. Για τους Έλληνες ιστορικά με κεφαλαίο Α οι δύο πτώσεις της Κωνσταντινούπολης. Η πρώτη την Τρίτη 13 Απριλίου 1204 από τους Φράγκους και η δεύτερη την Τρίτη 29 Μαΐου 1453 από τους Οθωμανούς Τούρκους. Αυτές οι δύο ημερομηνίες αποφράδες για τον Ελληνισμό με τις ίδιες ολέθριες συνέπειες για το Γένος μας, η πρώτη απαραίτητη προϋπόθεση της δεύτερης.
Το λυπηρό είναι ότι η φραγκική Δύση με χριστιανικό μανδύα κατάφερε το καίριο πλήγμα στην Πόλη των πόλεων, αποκαλύπτοντας με τραγικό τρόπο τα αληθινά κίνητρα των Φραγκολατίνων Σταυροφόρων, που ήταν η εκπόρθηση της Νέας Ρώμης και η κατάλυση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Οι Βυζαντινοί κατάλαβαν με τραγικό τρόπο τις αληθινές προθέσεις των Δυτικών χριστιανών φίλων τους. Η βαρβαρότητά τους ήταν χειρότερη από αυτήν των Οθωμανών δύο αιώνες μετά. Δεν σεβάστηκαν κλήρο, άμαχο πληθυσμό, ιερά λείψανα και κειμήλια, έργα τέχνης και Πολιτισμού. Είχαν μπροστά τους την πιο όμορφη, την πιο πολυάνθρωπη και πιο πλούσια πόλη της τότε Οικουμένης. Διαπίστωναν ότι τα ακούσματα, που είχαν για το κάλλος, τον πλούτο και τον πληθυσμό της ωχριούσαν στο θέαμα, που αντίκριζαν. Βάλθηκαν να ισοπεδώσουν, να ξεθεμελιώσουν, να συλήσουν τους θησαυρούς, τα έργα τέχνης, τα ιερά των ‘αιρετικών’ Ορθοδόξων, αλλά και να συρρικνώσουν τον πληθυσμό τους. Όταν επήλθε κορεσμός του ασίγαστου μίσους τους με τη σκαιότητα που μεταχειρίστηκαν το έμψυχο και άψυχο υλικό της Βασιλεύουσας, φορτώθηκαν πλούτη, χρυσάφι, πολυτελείς λειψανοθήκες, σκηνώματα, τμήματα Τιμίου Ξύλου, που κατατεμάχισαν και τα μετέφεραν ως ‘ευλογίες’ στις πατρίδες τους. Και η τελευταία δυτική εκκλησία γέμισε από ανατολικά ορθόδοξα ιερά λάφυρα μεταβάλλοντάς την σε διάσημο χώρο λατρείας. Ήταν εκείνοι οι Χριστιανοί σύμμαχοί μας, που κατά τον χρονικογράφο έξω από την Κωνσταντινούπολη κρατούσαν την ασπίδα του Χριστού και μέσα από τα τείχη την ασπίδα του Διαβόλου. 
hagia Sophia
Εκείνοι που λάβωσαν τα άτρωτα τείχη της Βασιλίδας των πόλεων, ώστε να τα εκπορθήσουν οι Οθωμανοί με το κανόνι του Ουρβανού το 1453. Εκείνοι, που αν και έφεραν τον σταυρό στη στολή τους, δεν δίστασαν να κομματιάσουν τον Τίμιο Σταυρό. Εκείνοι, που ουσιαστικά άνοιξαν την Κερκόπορτα, για την τελική πτώση. Εκείνοι, που έβαλαν το ένα πόδι της Τουρκίας στην Ευρώπη. Η χριστιανική Ευρώπη, που αρνήθηκε να συνδράμει την παραπαίουσα Βασιλεύουσα λίγες μέρες πριν καταρρεύσει τον Μάιο του 1453. Μάταια ο βυζαντινός δρόμωνας με τους δώδεκα ηρωικούς ανώνυμους ναύτες αναζητούσε περιπλανώμενος επί εικοσαήμερο στο Αιγαίο προς εντοπισμό της αναμενόμενης δυτικοευρωπαϊκής βοήθεια. Αυτή ήταν η στάση της Ευρώπης απέναντί μας. Από τότε είχαν αρχίσει να το κατανοούν οι πρόγονοί μας και να εμπεδώνουν ότι πρέπει να στηρίζονται στην ψυχή τους και στις δικές τους δυνάμεις. Έστω κι αν πρόκειται να στήσουν νέες Θερμοπύλες ή Μανιάκι. Οι δώδεκα ναύτες προτίμησαν με αυτοθυσία να γυρίσουν στην Κωνσταντινούπολη και να γράψουν τα ονόματά τους στους καταλόγους των τελευταίων υπερασπιστών της Πόλης και να λάβουν ως ανταμοιβή τους τις ευχαριστίες από τα δακρυσμένα μάτια του μαρμαρωμένου βασιλιά. ‘Γιατί μόνοι εμείς αντίθετα από τους βαρβάρους δεν μετράμε ποτέ το πλήθος του εχθρού στη μάχη’, διαμηνύει ο Αισχύλος.

Σήμερα οι πολιορκητικές μηχανές έχουν άλλη μορφή. Υλοποίηση σχεδίων, που εξυφαίνονται χρόνια και επιβάλλονται με τη μορφή οικονομικής κατοχής. Οι χρεώστες, που γίνονται στυγνοί δανειστές με την ανοχή και την διευκόλυνση των εθνοπατέρων μας. Ένα χρέος, που ξαφνικά παρουσιάστηκε διογκωμένο, χωρίς να μάθουμε τον λογιστικό έλεγχό του και την νομιμότητά του. Παρεμφερή ανάλογα πολιτικοοικονομικά συμφέροντα επέβαλαν και τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922.

Για οφειλές των νυν συμμάχων μας ιστορικά αποδεδειγμένες κουβέντα. Επιχειρούν να αλώσουν την μαρτυρική γη μας, τον πολιτισμό, το πνεύμα μας, την ψυχή μας. Αυτή η χώρα, που γεννά ήρωες και αγίους, δυστυχώς γεννά και προδότες. Πολεμούν τη γλώσσα, τις αρχές μας, εποφθαλμιούν τον φυσικό πλούτο μας, τις πηγές ενέργειές μας και όλη την ευλογία που απλόχερα ο Θεός μας χάρισε. Μας επέβαλαν να παραποιούμε και ξεχνάμε τη γλώσσα μας, καταργούμε το μάθημα των αρχαίων ελληνικών, όταν σε Σχολεία και Πανεπιστήμια του εξωτερικού διδάσκονται τα αρχαία ελληνικά, διότι έχουν την μοναδική ικανότητα να αποκαλύπτουν ορίζοντες εποικοδομητικής σκέψης ενώ διαθέτουν απολαυστική μουσικότητα μάθησης. Οι αρχές μας για το έθνος, την οικογένεια και τη θρησκεία εξοστρακίζονται ως παρωχημένες, οπισθοδρομικές, συντηρητικές. Σ’ αυτά τα λάθος μονοπάτια θέλουν να εγκλωβίσουν τις σκέψεις μας για να απαρνηθούμε την ταυτότητά μας, την περήφανη καταγωγή μας. ‘Διότι κατοικούμε αυτήν την χώρα, χωρίς ούτε να εκδιώξουμε άλλους εξ αυτής, ούτε να την καταλάβουμε έρημο, ούτε να εγκατασταθούμε σε αυτήν ως ανάμεικτος ομάδα από διάφορα ανόμοια φύλα, απεναντίας είναι τόσον ευγενές και γνήσιο το γένος μας, ώστε τη χώρα, στην οποία είδαμε το πρώτο φως, εξακολουθούμε συνεχώς να κατοικούμε, διότι είμεθα αυτόχθονες και μόνον εμείς από όλους τους άλλους έχουμε το δικαίωμα να προσφωνούμε την πόλη μας με τις ίδιες λέξεις, δια των οποίων προσαγορεύουμε και τους πλέον γνωστούς συγγενείς’, διαλαλεί ο Ισοκράτης στον ‘Πανηγυρικό’ του.

Αποτελεί γρίφο για τους άσπονδους φίλους μας το πρόβλημα της μη υποταγής των Ελλήνων με όλα τα ανοσιουργήματα, που έχουν διαπράξει εναντίον μας. Ακόμη και τις επιστημονικές ανακαλύψεις αν προσέξουμε θα κατανοήσουμε ποιοι είμαστε, θα βρούμε τον αυτοσεβασμό και την αυτοεκτίμησή μας. Μελέτη έρευνα του καθηγητή του Τομέα Γενετικής, Ανάπτυξης και Μοριακής Βιολογίας του Α.Π.Θ., Κωνσταντίνου Τριανταφυλλλίδη, έρευνα των Πανεπιστημίων του Στάνφορντ των Η.Π.Α. και της Παβίας της Ιταλίας τεκμηριώνουν την επιστημονική αλήθεια για το DNA των Ελλήνων. Καταδεικνύεται επιστημονικά έτσι με σαφήνεια ότι σε ποσοστό 99,5% είναι αλώβητο και πρόκειται για καθαρά καυκάσια (λευκή) φυλή με το υπόλοιπο 0,5% να ανήκει σε άλλες πληθυσμιακές ομάδες. Η ζήλεια και ο φθόνος είναι τα ισχυρότερα υπόβαθρα για το αέναο μίσος εναντίον μας. Εισάγουμε πολλά προϊόντα από τις βόρειες ευρωπαϊκές χώρες κονσερβοποιημένα όταν οι πρώτες ύλες και η φυσική μορφή έχει συλλεχθεί από την γόνιμη ελληνική ύπαιθρο. Η προσοχή μας χρειάζεται να είναι τεταμένη ανά πάσα στιγμή. Βάρβαροι υπάρχουν και σήμερα, που καιροφυλακτούν. Όχι άλλα σκήπτρα στα χέρια της Διχόνοιας. Ενότητα και σύνεση. Σωστές αντιδράσεις την κατάλληλη στιγμή. Επί τέλους αφύπνιση και αυτογνωσία. Αυτοκριτική, κατανόηση της πραγματικότητας και των αιτίων της. Πίστη και ελπίδα στις δυνάμεις μας. Αυτές, που μας κρατούν όρθιους και αδούλωτους. Όχι άλλη Άλωση. Είναι λέξη αποφράς ακόμη και για τον ωχαδερφισμό των Νεοελλλήνων. Η Άλωση δεν έχει επέλθει εντός μας. Ας διαφυλάξουμε τον εσωτερικό μας κόσμο, τους εαυτούς μας, τα παιδιά μας.

Ο θρυλικός Γέρος του Μοριά γράφει στα απομνημονεύματά του ότι φοβάται πιο πολύ το μίασμα του προσκυνήματος. ‘Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους’, δίνει την τρομερή εντολή. ‘Είσαι Έλληνας; Τι προσκυνάς; Σηκώσου απάνω! Εμείς και στους Θεούς ορθοί μιλούμε’, βροντοφωνάζει. Δυστυχώς σήμερα υπάρχουν πολλοί Νενέκοι, που οδηγούν τη Πατρίδα στη χρεωκοπία, παραδίδουν την Εθνική Κυριαρχία, εξαθλιώνουν τον λαό, λεηλατώντας τα εισοδήματά του προκειμένου να αποκτήσουν περιουσίες και εξουσία. Ένας Κολοκοτρώνης είναι απαραίτητος σήμερα. Να μας σώσει από αυτοαποκαλούμενους “σωτήρες”. Ευτυχώς που ανάμεσα στους ξένους υπάρχει αναγνώριση, που έρχεται και δια στόματος του Γκαίτε: ‘Ό, τι είναι ο νους και η καρδιά για τον άνθρωπο είναι και η Ελλάδα για την οικουμένη’. Αυτήν την αλήθεια την τόσο σπουδαία και τιμητική την απεμπολούν πολλοί “σύγχρονοι”, δυστυχώς και νεοέλληνες, εν ονόματι της νέας τάξης πραγμάτων και της παγκοσμιοποίησης. Το επιχείρημα, που εκφράζεται με το αστείρευτο χιούμορ του Χάρρυ Κλυνν είναι αποστομωτικό: ‘Όταν οι Ευρωπαίοι τρώγανε ρίζες, οι Έλληνες είχαν χοληστερίνη’. Χρειάζεται να θυμηθούμε ποιοι είμαστε, από ποιους καταγόμαστε και να πιστέψουμε ότι μπορούμε να λύσουμε τα προβλήματά, που με περισσή αναισχυντία μας επιφόρτισαν. Ο σοφός Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης δικαιώνεται δίνοντας την εύστοχη εξήγηση: ‘Και τι πταίει η γλαύξ η θρηνούσα επί ερειπίων; Πταίουν οι πλάσαντες τα ερείπια. Και τα ερείπια τα έπλασαν οι ανίκανοι κυβερνήται της Ελλάδος’.


Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

Καππαδοκία – Πατρίδα της Καρδιάς μας…

Λίτσα Καποπούλου

Και μόνο το άκουσμα του ονόματος ‘Καππαδοκία’ γοητεύει παράξενα.

Λέξη αρχαία ελληνική προερχόμενη από το περσικό Κατπατούκα, σημαίνει χώρα των όμορφων αλόγων. Φημισμένη για την εκτροφή ίππων, οι οποίοι μάλιστα συγκαταλέγονταν στις καλύτερες ράτσες.  Στη Ρωμαϊκή Εποχή ονόμαζαν τα άλογα της Καππαδοκίας “Ιερά Ζώα”.
Η Καππαδοκία συγκινεί όσους τη γνωρίζουν και μαγνητίζει όσους θέλουν να τη μάθουν.
Η ταυτότητά της σχηματίστηκε στο αχανές βάθος των αιώνων με την υπογραφή ηρώων και αγίων. Οι πρώτες ελληνικές αποικίες ιδρύθηκαν από τους Αιολείς το 1400 π.Χ.
Ακόμη και η ματιά του Θεού πλανήθηκε στη γη της δημιουργώντας
το εξωπραγματικό, σεληνιακό τοπίο της.
Η μυστηριακή φυσιογνωμία της κρύβει πολλά, μέχρι και σήμερα.
Ο Ελληνισμός δέθηκε άρρηκτα με τον Χριστιανισμό και σμίλεψαν την υφή, την ιστορία της  Καππαδοκίας με αναλλοίωτο τον παραδοσιακό της φόντο.
Οι Έλληνες Καππαδόκες  πρωταγωνίστησαν, διακρίθηκαν, πρόσφεραν και προσφέρθηκαν, δόξασαν και δοξάστηκαν. Μεγάλες μορφές στον καθημερινό μόχθο, την ιστορία, τα γράμματα, τον πολιτισμό, την εκκλησία. Αγωνιστές, ήρωες, άγιοι.
KappadokiaΕνδεικτικά και με τον κίνδυνο παράλειψης εξεχουσών προσωπικοτήτων αναφέρουμε τον φιλόσοφο Απολλώνιο τον Τυανέα, τους  γεωγράφους – περιηγητές Παυσανία και  Στράβωνα, τον ιατρό Αρεταίο, τον επικό ήρωα Διγενή Ακρίτα, τους αυτοκράτορες Ηράκλειο, Νικηφόρο Φωκά, Ιωάννη Τσιμισκή, Ρωμανό Διογένη, τον Άγιο Μεγαλομάρτυρα Γεώργιο τον Τροπαιοφόρο (εκ πατρός), τους  Ιεράρχες Μέγα Βασίλειο και Γρηγόριο το Θεολόγο με τα μέλη των οικογενειών τους, τον Άγιο Μάμαντα, τον Άγιο Αχίλλειο και καταλήγουμε στους  Άγιους Γέροντες του Καιρού μας  Αρσένιο και Παΐσιο. Εδώ υπήρξε και ο τόπος  αγιότητας του Αγίου Ιωάννου του Ρώσσου (Προκόπι). Αλλά και οι κορυφαίοι πνευματικοί δημιουργοί Κωνσταντίνος Καβάφης (από την πατρική γραμμή) και  Γιώργος Σεφέρης κατάγονται από την ευλογημένη Καππαδοκία. 
Εδώ και τα θρυλικά “Μαρμαρένια Αλώνια”, όπου ο Βασίλειος Διγενής Ακρίτας παλεύει με τον Χάρο. Δεν τον προσκυνά, δεν τον εκλιπαρεί, δεν γονατίζει. Μάχεται μέχρι τέλους.  «Εμείς και με τους Θεούς μας ορθοί μιλάμε», θα πει αργότερα ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης υπογραμμίζοντας το μεγαλείο της αδούλωτης ελληνικής ψυχής.
Μετά από αιώνες άνθησης και προσφοράς στον πολιτισμό και στο Πνεύμα ήρθανε “χρόνοι δίσεκτοι και μήνες οργισμένοι” για την Αγιοτόκο, την Θεοσκέπαστη Καππαδοκία. Τα μολυβένια σύννεφα πυκνώνουν απειλητικά στον ουρανό της, αρχής γενομένης από την μάχη του Ματζικέρτ (1071 μ.Χ.) με τις ορδές των Σελτζούκων Τούρκων. Η Καππαδοκική Γη στρώνεται με σώματα ηρώων και μαρτύρων και κλείνει στην αγκαλιά της  με αγάπη και ευγνωμοσύνη τα άξια τέκνα της. Μεταλαμβάνει το αίμα τους με οδύνη και ευλάβεια σαν Θεία Κοινωνία, το φυλάει μέσα της και το κάνει πλέον συστατικό του υπεδάφους της. Καθαγιασμένη και αιματοβαμμένη η Καππαδοκία εξακολουθεί και υπάρχει με τις όποιες αλλαγές ή αλλοιώσεις στο βιοτικό ιστό των κατοίκων της.
Η ευρηματική καραμανλίδικη διάλεκτος προστατεύει τον ελληνορθόδοξο πληθυσμό, του επιτρέπει να διατηρεί το αλφάβητό του, ενώ παράλληλα κατευνάζει την μανία των κατακτητών.
ΓΚΕΛΒΕΡΙΤο πρωτοφανές στην Ιστορία ανεξήγητο γεγονός της Ανταλλαγής, χωρίς καν να ερωτηθούν οι ανταλλάξιμοι πληθυσμοί, έμελλε να το βιώσει η Καππαδοκία τον δίσεκτο χρόνο του 1924. Ούτε καν προαιρετικά. Υποχρεωτική Ανταλλαγή. Υποχρεωτική Καταδίκη. Και η μικρή χαριτωμένη Καρβάλη (Γκέλβερι) ακολούθησε τη βαριά μοίρα των Ελλήνων της Πόλης, του Πόντου, της Μικράς Ασίας, της Ανατολίας. Η Ασιατική Ελλάδα “έπρεπε” να συρρικνωθεί στην Ευρωπαϊκή.  Οι Έλληνες των Λατρεμένων Πατρίδων πήραν μαζί τους ελάχιστα υπάρχοντα.
Όμως σήκωσαν στα έντιμα χέρια τους τα όσια και τα ιερά τους. Προγονικά κειμήλια, αγιασμένα σκηνώματα, Θαυματουργές Εικόνες, εκκλησιαστικά σκεύη. Ό, τι πρόσταζε η συνείδησή τους. Όσα άντεχε ο ηρωισμός τους. Από το Βορρά ως τον Νότο η Παλαιά Ελλάδα γέμισε από τις ονομασίες πόλεων, που έκτισαν τα παιδιά της Ανατολής. Επιγραμματικά: Νέα Ιωνία, Νέα Σμύρνη, Νίκαια, Νέα Αλικαρνασσός, Νέα Έφεσος.
Και στον νομό Καβάλας η Νέα Καρβάλη. Κουρασμένοι αλλά αποφασιστικοί οι Καρβαλιώτες θεμελίωσαν και στερέωσαν νέα πατρίδα συνέχεια της δικής τους, αλλά και της  μακραίωνης ιστορίας του τόπου, όπου εγκαταστάθηκαν. Έθαψαν βαθιά μέσα τους τη λύπη και την οδύνη από τον άδικο ξεριζωμό τους και την απώλεια δικών τους και κοίταξαν μπροστά. Σκούπισαν τα μάτια τους και σήκωσαν ψηλά το κεφάλι. Στον αρχαίο οικισμό ‘Ακόντισμα’ στον ομώνυμο λόφο βρήκαν το πρώτο τους απάγκιο και δημιούργησαν τον πυρήνα της διατήρησης της σπουδαίας κληρονομιάς τους  και συγχρόνως την απαρχή νέου ξεκινήματος. Σήμερα το Λαογραφικό Χωριό Ακόντισμα αποδεικνύει με την πανώρια  μοναδικότητά του το μεράκι, το συναίσθημα και την ψυχή των ανθρώπων, που γνωρίζουν να αγωνίζονται και να επιβιώνουν.
Kappadokians Thesaurus Ο “Θησαυρός των Καππαδοκών” δεν περικλείεται μόνο στο περίτεχνο φερώνυμο οικοδόμημα. Φανερώνεται σ’ όλο το Λαογραφικό χωριό, στο Ιστορικό και Εθνολογικό Μουσείο των Ελλήνων της Καππαδοκίας, στο Αρχείο, στους Ιερούς Ναούς του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου και της Αναλήψεως, που θυμίζουν τους αντίστοιχους Ναούς της Καππαδοκικής Καρβάλης. Αντικατοπτρίζεται  σ’ όλη τη Νέα Καρβάλη. Υπάρχει στον εσωτερικό κόσμο όλων όσων συναισθάνονται τη τιμή και την ευθύνη της καταγωγής τους. Όλων όσων παλεύουν κόντρα σε αντιξοότητες να διατηρήσουν και να μεταδώσουν την πνοή της μνήμης, της παράδοσης, της δημιουργίας. Γιατί η γνώση είναι ανάμνηση (Πλάτων). Και ο λαός, που έχει αναμνήσεις, που έχει μνήμη, δεν αφανίζεται. Γι’ αυτό και είναι ανάγκη να κληροδοτήσουμε τις αναμνήσεις μας στις επερχόμενες γενιές, να εξασφαλίσουμε μέλλον στη μνήμη μας. Ας μην παρασυρθούμε από τις Σειρήνες του νεωτερισμού και του μοντερνισμού, που δείχνουν απέχθεια σε κάθε τι ελληνικό και πατροπαράδοτο. Από αντικείμενα, έργα τέχνης, ήθη και έθιμα, μέχρι ιστορία, θρησκεία γλώσσα και γραφή.
Το θανάσιμο πλήγμα οι πολέμιοί μας θα το καταφέρουν, αν μας επιβάλλουν τη λήθη της ταυτότητάς μας, την απάλειψη των εθνικών χαρακτηριστικών μας, όπως επιχείρησε η Κίρκη στον Οδυσσέα και το πέτυχε στους συντρόφους του. Στο χέρι μας και κυρίως στο χέρι των πολιτικών μας είναι να αποτύχει αυτή η απόπειρα.
Ας δουν οι ιθύνοντες το έργο, που πάνω από τρεις δεκαετίες επιτελεί ο Πρόεδρος του ‘Κέντρου Καππαδοκικών Μελετών’ και της ‘Στέγης Πολιτισμού Νέας Καρβάλης’, Καπλάνης Ιωσηφίδης με την ακούραστη σύζυγό του, Βάσω, εμψυχώνοντας τους συμπατριώτες και φίλους να μην τα παρατήσουν, να μη λυγίσουν στις δυσκολίες και στα εμπόδια.
Μόνο να ξεφυλλίσουν το προσεγμένο λεύκωμα ‘Ενθύμιον 30 χρόνια Στέγη Πολιτισμού Νέας Καρβάλης 1981-2011’, όπου απεικονίζεται το διάγραμμα του αγώνα, των κόπων και της ανιδιοτελούς προσφοράς. Κατάθεση ψυχικών αποθεμάτων με κίνητρο τον αγνό πατριωτισμό.
Θα αισθανθούν, πιστεύουμε, ρίγη συγκίνησης και θαυμασμού! Θα αντιληφθούν τη διάθεση, τους στόχους, το όραμα της Κοινότητας των Καππαδοκών, που μπορεί να αποτελέσει πανευρωπαϊκό πρότυπο. Και θα θελήσουν, ευελπιστούμε, να έλθουν αρωγοί. Να επιβραβεύσουν και να συνεισφέρουν. Να εγκολπωθούν αυτόν τον ‘θησαυρό’ γενεών παρέχοντάς του την δέουσα προστασία και προβολή.
Δεν αρκεί το βραβείο του ‘Ευρωπαϊκού Μουσείου της Χρονιάς’, που απονεμήθηκε το 1997 στο Ιστορικό και Εθνολογικό Μουσείο των  Ελλήνων της Καππαδοκίας στη Νέα Καρβάλη. Χρειάζεται στήριξη. Άμεσα και πολύπλευρα. Η Πολιτεία οφείλει να πράξει το καθήκον της.
Ίσως  μ’ αυτόν τον τρόπο  και με τους κατάλληλους χειρισμούς οι αρμόδιοι ανοίξουν μια πόρτα εξόδου από την σημερινή κρίση (ηθική – οικονομική – πολιτική - πνευματική).
Αν γνωρίσουμε από κοντά τη Νέα Καρβάλη, θα καταλάβουμε ότι έχουμε απεριόριστες δυνατότητες. Έτσι επιβιώνουμε περήφανα με θάρρος και ελπίδα. Έτσι μεγαλουργούμε. Ο χάρτης δείχνει ένα λαμπρό παράδειγμα προς μίμηση εκεί, όπου αναγράφεται σήμερα: ‘Νέα Καρβάλη’.
Ας αναπνεύσουμε τον  αέρα της Νέας Καρβάλης. Θα νιώσουμε ότι η Καρδιά της Καππαδοκίας μεταμοσχεύτηκε επιτυχώς και χτυπά στο σώμα της Μητέρας Ελλάδας. Οξυγονώνει το αίμα μας  με τις Αρχές και τις Αξίες της.  Η Καρδιά της Καππαδοκίας χτυπά μέσα μας. Γιατί η Καππαδοκία είναι η Πατρίδα της Καρδιάς μας…   

Κυριακή, 6 Απριλίου 2014

Το πολλάκις εξαμαρτείν…

Λίτσα Καποπούλου


Η ποινή είναι για να σωφρονίζει και όχι για να εξαντλεί κατά το νομικό θέσφατο. Η ατιμωρησία όμως αποθρασύνει. Κι όσο κι αν δεν διαπνεόμαστε από αισθήματα εκδικητικής ανταπόδοσης ή τιμωρητικής διάθεσης αναλογιζόμαστε και αναθεωρούμε απόψεις. Πως αντιμετωπίζεται ένας ‘άνθρωπος’ με πλουσιότατο ποινικό μητρώο, που ανήκει στην τσιγγάνικη φυλή, την οποία προσβάλλει με την συμπεριφορά και τον χαρακτήρα του;
Πριν λίγους μήνες το κατοικίδιό του, ένας μεγαλόσωμος σκύλος, που ταλαιπωρείται σ’ έναν περιορισμένο χώρο ταράτσας, έπνιξε το αγαπημένο γατάκι γειτόνων του, τη Μέλι, που τ’ όνομά της το όφειλε στην γλυκύτητά της. Ο Προκόπης,- ο αθίγγανος-, αμελής στη λήψη των απαραίτητων προστατευτικών μέτρων του σκύλου του, αδιάφορος για τον πόνο, που προκάλεσε στους γείτονές του με τον χαμό της Μέλι, δεν ευαισθητοποιήθηκε να ζητήσει ούτε μία απλή συγγνώμη. Δεν άλλαξε συμπεριφορά ούτε ,όταν του έγιναν συστάσεις από την Αστυνομία για την επικινδυνότητα του σκύλου του. Στη θέση της γλυκιάς Μέλι θα μπορούσε να ήταν ένα μικρό παιδί, ένας οποιοσδήποτε πολίτης. Ο σκύλος εξακολουθεί να κυκλοφορεί χωρίς λουρί, χωρίς φίμωτρο, ένας κινούμενος δημόσιος κίνδυνος. Και η στάση του Προκόπη; Εκτός τόπου και χρόνου. Αμέτοχος. Ο σκύλος γαυγίζει ολημερίς τρέχοντας πέρα-δώθε στο μικρό χώρο της ταράτσας, που του επιβάλλει να ζει ο ’φιλόζωος’ κατά τα άλλα Προκόπης .Προσκολλάται στα κάγκελα και δυναμώνει το γαύγισμά του ιδιαίτερα επιθετικός σε πιο μικρά ζώα και σε ανθρώπους, αν μπορούσε θα έπεφτε από την ταράτσα στα υποψήφια θύματά του, που στοχοποιούσε από ψηλά.
Πριν λίγες μέρες ο Προκόπης έβγαλε βόλτα πάλι τον σκύλο του με την ίδια εγκληματική αμέλειά του, αφήνοντάς τον ελεύθερο να εκδηλώσει τα κακά ένστικτά του, που συσσωρεύονται στο ζώο του από την στερημένη του ζωή στο μπετόν της ταράτσας. Έτσι με την ίδια ευκολία και ελευθερία ο σκύλος επιτέθηκε στον φιλήσυχο Βέρβη, ένα γατάκι ράτσας, που γέμιζε το κενό της Μέλι στο σπίτι και στις καρδιές των γειτόνων του. Ήταν ένα γκριζόασπρο γατάκι, με το χρώμα της ελπίδας αποτυπωμένο στα μάτια του και με μία φουντωτή ουρά, που θύμιζε σκιουράκι. Γι’ αυτό και τον ονόμασαν Βέρβη, από το βερβερίτσα, όπως είναι η άλλη ονομασία του σκίουρου. Ο Βέρβη είχε την τύχη της Μέλι από τα φονικά δόντια του σκύλου του Προκόπη, που δεν ‘ίδρωσε το αυτί του’. Και τι έγινε; Ένα γατί λιγότερο. Μα μιλάμε για μία έμβια ύπαρξη, μία ζωή. Τα ζώα αισθάνονται και πονάνε, όπως αποφαίνεται η επιστήμη. Και στη Μέλι και στον Βέρβη δεν άξιζε αυτό το τέλος. Πρόκειται για φονική επίθεση. Και η ευθύνη βαρύνει τον Προκόπη, ένα κακό δείγμα τσιγγάνου, αμαυρώνοντας όλους τους αθίγγανους, που διακρίνονται για τα φιλοζωικά τους αισθήματα και την αγάπη τους για τη ζωή. Γιατί κακά ζώα δεν υπάρχουν. Υπάρχουν κακά αφεντικά. Που παρανομούν, όπως ο Προκόπης, που καταπάτησε ασύστολα όχι μόνο τον Ν.4039/2012, αλλά και κάθε έννοια καλής γειτονίας και ηθικής. Δεν ξέρουμε αν το σκυλί του παρακολουθείται από κτηνίατρο, αν είναι εμβολιασμένο. Ούτε για το αν και ποιες συνθήκες υγιεινής επικρατούν στην βασανιστική ταράτσα. Ενοχλεί με τα αδιάκοπα γαυγίσματά του μέρα-νύχτα τη γειτονιά, που δεν μπορεί να ησυχάσει, πολλοί κοιμούνται αλλού το βράδυ, όταν το επόμενο πρωί έχουν κρίσιμη μέρα, για να χορτάσουν ύπνο. Κάποιες φορές το ζώο κλαίει. Δεν αντέχει τον Προκόπη. Γιατί μορφή κακοποίησης είναι η στέρηση του ζώου από τη φύση του και ο εξαναγκασμός του σ’ έναν τρόπο ζωής, όμοιο με καταδίκου, που μόνο να το εξαγριώσει μπορεί. Ακόμη και στον χαμό του Βέρβη ο Προκόπης δεν βρήκε δυο λόγια συγγνώμης να ψελλίσει για την παράνομη και απάνθρωπη συμπεριφορά του. Ανερυθρίαστα τόλμησε να πει να μαζέψουμε τα γατάκια και τα μικρά ζώα. Χθες ακόμη σε μία από τις ολέθριες βόλτες του το σκυλί του επιτέθηκε σε άλλα σκυλιά στον δρόμο και στις εξώπορτες των σπιτιών τους. 

Ποια ποινή, ποιο μέτρο θα μπορούσε να συνεφέρει τον Προκόπη; Χρειάζεται να βγούμε από το καβούκι του ‘δεν βαριέσαι’, ‘τι να κάνουμε;’. Και να δείξουμε γενναιότητα και συνείδηση. Μακριά από το ‘εγώ θα βγάλω το φίδι από την τρύπα;’. Πριν είναι αργά. Όσο είναι εφικτή επανόρθωση και διόρθωση του Προκόπη, ώστε να επανενταχθεί στην ανθρώπινη κοινωνία; Ο Προκόπης δεν αποτελεί μόνο κίνδυνο για τους πάντες! Εγκληματεί και: Κατά του εαυτού του, που τον περιθωριοποιεί. Κατά του παιδιού του, που παραδειγματίζεται απ’ αυτόν. Κατά του σκύλου του, σε βάρος του οποίου εφαρμόζει μορφές κακοποίησης, κι ίσως κάποτε αυτοδικήσει, με το να στραφεί και κατά του αφεντικού του. Στιγματίζει την περήφανη τσιγγάνικη φυλή. Και συγκρούεται ευθέως με την ίδια τη ζωή.’ Το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού’, φωνάζει το αρχαίο γνωμικό. ‘Το πολλάκις εξαμαρτείν…’ είναι ντροπή για όλους μας. 

Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2014

Ακούστε Φίλοι Αγαπητοί...

Λίτσα Καποπούλου


Πριν το 1940. Σ’ ένα Δημοτικό Σχολείο. Στη νότια Πελοπόννησο.
Σκετς και ποιήματα για την γιορτή της 25ης Μαρτίου.
Μελαγχολικά προσωπάκια μαθητών σε μονότονες απαγγελίες.
Φωνούλες τρεμάμενες, κορμάκια αδύνατα προσπαθούν να μην παρεκκλίνουν από την διδασκαλική υπόδειξη, να αποδώσουν το κλίμα του 1821 σε μία πραγματικότητα δύσκολη.
Λίγες στολές πάνω από τα πενιχρά ενδύματα και ένας υποτυπώδης στολισμός, όπου κυριαρχούν η ελληνική σημαία και η δάφνη, σύμβολο δόξας.
Το ακροατήριο  από γονείς κ συγγενείς βαριεστημένο, προβληματισμένο, βυθισμένο στον αγώνα επιβίωσης, στο αβέβαιο μέλλον, δείχνει , ότι μάλλον χάνει την ώρα του, με το να παρακολουθεί μία σχολική γιορτή.
Πολλοί με στενάχωρο ύφος σηκώνονται να φύγουν, πριν τελειώσει η γιορτή, που με τόσο κόπο ετοίμασαν δάσκαλοι κ μαθητές.
Που καιρός για σωστές απαγγελίες!
Που μυαλό για το αθάνατο πνεύμα του ΄21!
Μοιάζουν να λένε: «Αυτά μας έλειπαν!»
«Εδώ ο κόσμος καίγεται…»
«Έχουμε τόσα προβλήματα…»
Απογοήτευση γενική. Όλα διαλύονται. Ο καθένας με τις προσωπικές και οικογενειακές δυσχέρειες. Το οικονομικό πρόβλημα κυρίαρχο. Φόβος για τις πολιτικές εξελίξεις, για την ειρήνη. Το ενδιαφέρον για τον συνάνθρωπο ατονεί με τέτοιες συνθήκες εξοντωτικές.
Η αυλαία έκλεισε. Πώς να συνεχίσουν; Την ίδια τύχη θάχαν κ τα υπόλοιπα σκετς κ ποιήματα.
Ξαφνικά η δασκάλα της Τρίτης τάξης απευθύνεται στον Διευθυντή:
«Μου επιτρέπετε κύριε Χρόνη;»
Και χωρίς να περιμένει απάντηση, ψάχνει ανάμεσα στους μαθητές της:
«Γρηγόρη, έλα εδώ»
«Ορίστε, Κυρία». Το μελαχρινό αγοράκι πήγε τρέχοντας κοντά στην δασκάλα του. Τα μεγάλα γαλαζοπράσινα μάτια του την κοίταξαν με απορία.
«Θυμάσαι το ποίημα, που είπες τις προάλλες στην τάξη, που σου το ’μαθε ο πατέρας σου και ήθελες να το πεις στη γιορτή μας;», ρώτησε η κυρία Αμαλία.
«Μάλιστα, Κυρία»
«Ανέβα στην εξέδρα, να το πεις τώρα…»
«Μα, Κυρία…»
«Τι μα, Γρηγόρη, το ξέχασες;»
«Όχι Κυρία, αλλά μου είπατε, ότι είμαι μικρός»
«Μεγαλώνουμε και σε μία στιγμή, Γρηγόρη. Ανέβα να δείξεις την αξία σου»
«Μάλιστα, Κυρία»
«Και πρόσεξε: Θέλω να το απαγγείλεις, όπως στην τάξη μας»
Ο μικρός χαμογέλασε. Η δασκάλα του τον έπιασε από τους ώμους κ τον οδήγησε στη μικρή σκάλα, απ’ όπου θα ΄βγαινε στη σκηνή.
«Γρήγορα, Γρηγόρη. Σε σένα βασίζεται η επιτυχία της γιορτής μας»
Η αυλαία άνοιξε. Ο Γρηγόρης μόνος στην σκηνή.
Οι περισσότεροι από κάτω είχαν σηκωθεί, να αποχωρήσουν, ή συζητούσαν, χωρίς να προσέχουν. Κλεισμένοι στο καβούκι τους. Από το πλάι έβλεπε τη δασκάλα του να του κάνει νεύματα ενθάρρυνσης. Ο Διευθυντής τον παρακολουθούσε σαστισμένος. Οι συμμαθητές του τον παρατηρούσαν με αγωνία. Δεν έπρεπε να τους απογοητεύσει. Ξαφνικά είχε αναλάβει την ευθύνη όλων.
Πήρε βαθειά αναπνοή. Κούνησε ικετευτικά το δεξί του χεράκι στο κοινό και με φωνή δυνατή, σταθερή, χρωματισμένη από οίστρο απήγγειλε:

«Ακούστε φίλοι αγαπητοί…
Και σας ζητώ συγγνώμη….
Ολίγο περιμένετε…
Δεν είναι καιρός ακόμη…
Και περιμένω διαταγή
Απ’ της καρδιάς τα βάθη,
Να κάτσω, να σας αφηγηθώ
Του Εσκί Σεχίρ τα πάθη…
Και συ το μαύρο Εσκί Σεχίρ
Με τα πολλά κανόνια
Πήρες λεβέντες του Ντουνιά
Για όλα σου τα χρόνια…»

Η απαγγελία του Γρηγόρη ήταν καθηλωτική. Οι χειρονομίες του μετρημένες, παραστατικές. Η μαθητική φλόγα ενώθηκε με την μεγαλοσύνη της ελληνικής ψυχής.
Όλοι παρέμειναν στις θέσεις τους. Όλοι είχαν κάτι να θυμηθούν. Αυτοί ήταν οι Έλληνες, που πολέμησαν στα βάθη της Ανατολής, οι απελευθερωτές της Σμύρνης, οι υπερασπιστές της Μικράς  Ασίας που έδωσαν σάρκα και οστά στην Μεγάλη Ιδέα. Δίπλα στις σελίδες των ηρωικών προγόνων τους πρόσθεσαν τις δικές τους σελίδες δόξας. Άσχετα αν άνομα, σκοτεινά, ανεξιχνίαστα συμφέροντα τους χαρακτήρισαν νικημένους.
Δεν είχε σημασία που η γιορτή ήταν για την 25η Μαρτίου. Δεν έχουν σημασία τα κεφάλαια της Ελληνικής Ιστορίας, αλλά η Ιστορία καθ’ εαυτή. Το ενιαίο δίδαγμά της. Οι αξίες της. Η διαχρονικότητά της.
Ο πατέρας του μικρού Γρηγόρη, ο κυρ-Δημήτρης, εννέα χρόνια αγωνιζόταν στις πατρίδες της Ανατολής. Ένας από τους αμέτρητους αφανείς ήρωες της γενιάς του. Της εποχής του.
Αυτό το ποίημα, ελεγειακή ανάμνηση ανδραγαθημάτων, που σε λίγους στίχους περιέχει τόσα πολλά, το ’μαθε  στον γιό του, για να αφομοιώσει δια παντός, τι σημαίνει Έλληνας. Και τα κατάφερε.
Ο μικρός απήγγειλε το ποίημα με πάθος, με αγνή φιλοπατρία. Κατέθεσε την άδολη μαθητική ψυχούλα του σ’ αυτό.
Αφυπνίστηκαν. Δάκρυα θύμησης και περηφάνιας έλαμψαν στα μάτια τους. Καταχειροκρότησαν τον μικρό Γρηγόρη, που υποκλίθηκε μπροστά τους ικανοποιημένος. Που τους άνοιξε τα κλειστά μάτια της ψυχής τους. Που τους ξύπνησε την συνείδηση της ταυτότητάς τους.
Η κυρία Αμαλία δικαιώθηκε για τον μαθητή της. Βουρκωμένη είδε, να τον σηκώνουν με ενθουσιασμό στα χέρια. Αυτό το παιδί τους έδωσε ξανά ελπίδα, χαμόγελο, θάρρος. Ναι, ένα παιδί -Τρίτης Δημοτικού- τα κατάφερε όλα αυτά.
Μ’ ένα άτυπο παράγγελμα έψαλαν το «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει…» και τον Εθνικό Ύμνο. Με παλμό, με συγκίνηση.
Ο κυρ Δημήτρης κλαίει. Μαζί του κλαίνε οι συγχωριανοί, οι συμπολεμιστές του, οι σύζυγοι και οι μανάδες, που περίμεναν τους αληθινούς νικητές… Κλαίνε όλοι. Δεν σκουπίζουν τα μάτια τους. Είναι δάκρυα τιμής, καρδιάς, μνήμης.
Αυτοί είναι οι Έλληνες. Είμαστε οι Έλληνες. Οι ήρωες πολεμούν σαν εμάς. Η δική μας Γη γέννησε Ήρωες και Αγίους. Η δική μας φυλή άναψε τα  φώτα του Πολιτισμού. Σ’ εμάς είναι χρεωμένοι και υποχρεωμένοι οι φίλοι μας οι Ευρωπαίοι, - και όχι μόνον-, που ακόμη και το όνομά τους σ’ εμάς το οφείλουν.
Εκείνο ,που βαραίνει, είναι η μοναδική κληρονομιά μας, όχι το «χρέος».
Φτάνει να εξολοθρεύσουμε την αδελφοκτόνα μιζέρια και διχόνοια. Να απεμπολήσουμε τον μύθο «της κατσίκας του γείτονα». «Μεγαλώνουμε και σε μία στιγμή», είπε η δασκάλα στον μαθητή της. Και είχε δίκιο.
Φτάνει οι δάσκαλοι να μιλάνε, όπως η κυρία Αμαλία, χωρίς στείρα προσκόλληση σε εγκυκλίους και γραμμές.
Φτάνει οι γονείς να μεταδίδουν στα παιδιά τους το ελληνικό πνεύμα, την ιστορία μας, όπως την έζησαν οι ίδιοι, όπως μεταδόθηκε σ’ αυτούς από τους προγενέστερους, όπως έκανε ο κυρ Δημήτρης.
Φτάνει τα παιδιά μας να βγουν στη σκηνή με θάρρος και να μιλήσουν με την αγνή ελληνική καρδιά τους, όπως ο μικρός Γρηγόρης.
Ας κοιτάξουμε τα μάτια του μικρού Γρηγόρη. Είναι ακόμη ανοιχτά. Γαλάζια σαν τον ουρανό και την θάλασσά μας. Πράσινα σαν την ελπίδα του Γένους μας και τον πλούτο της ψυχής μας.
Ας προσέξουμε τη φωνή του μικρού Γρηγόρη να μας απαγγέλει από το χρονικό βάθος, πως όλα τα μπορούμε, ακόμη και τώρα. Γιατί απλά είμαστε οι Έλληνες.
Και μην αργούμε.
Ο Γρηγόρης δεν δίστασε ν’ ανέβει στην εξέδρα για να εμψυχώσει και να σώσει τη σχολική γιορτή.
Γρήγορα, λοιπόν…
«Ακούστε φίλοι αγαπητοί…»

Λίτσα Καποπούλου